Τούτη τή βραδιά τῆς Μεγάλης Τρίτης ἡ Ἐκκλησία μᾶς προβάλλει ὡς
πρότυπο μετάνοιας τήν ἁμαρτωλή γυναίκα, πού ἄλειψε μέ μύρο τά
πόδια τοῦ Κυρίου. Αὐτήν τήν γυναῖκα, τήν ἀσήμαντη, τήν ἀπόκληρη τῆς
κοινωνίας, τό δακτυλοδεικτούμενο καί περιφρονητέο ἀπό τούς
καθωσπρέπει ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς κατακάθι, μιά γυναῖκα χωρίς
πρόσωπο καί μέλλον, τόσο τήν ἐκτίμησε ἡ Ἐκκλησία μας, ὥστε τήν
κατέταξε μέ τίς Ἁγίες Μυροφόρους τοῦ Χριστοῦ, τόν Ἰωσήφ καί τόν
Νικόδημο.
Ἡ ἀφιέρωση αὐτῆς τῆς ἡμέρας στή μακάρια πρώην πόρνη γυναῖκα
ἔγινε σκόπιμα ἀπό τούς Ἁγίους Πατέρες. Ἡ μορφή της σάν φωτεινό
ὁρόσημο προβάλλει καταμεσῆς στήν ὁδοιπορία πρός τό Θεῖο Πάθος,
γιά νά δείξει καί σέ μᾶς πώς ὁ Λυτρωτής μας Χριστός ἦλθε «ζητῆσαι καί
σῶσαι τό ἀπολωλός» (Λουκ. ιθ’, 10) καί «δοῦναι τήν ψυχήν αὐτοῦ
λύτρον ἀντί πολλῶν» (Μάρκ. ι’, 45)· πώς Αὐτός εἶναι πού συγχωρεῖ
ἁμαρτίες καί ἀναγεννᾶ τόν ἄνθρωπο σέ ὅποια κατάσταση κι ἄν
βρίσκεται αὐτός. Καί ζητεῖ νά Τοῦ προσφέρουμε «τάς πηγάς τῶν
δακρύων» μας, ἤ, ἄν δέν ἔχουμε, τή συντριβή τῆς καρδιᾶς μας. Κι
Ἐκεῖνος θά συγχωρήσει «τόν ζοφώδη καί ἀσέληνο ἔρωτα τῆς ἁμαρτίας»
πού εἶναι φωλιασμένος μέσα μας καί θά μᾶς ἀξιώσει νά ἀκούσουμε τῆς
εὐκταίας καί μακαρίας Του φωνῆς: «Ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι ὅτι
ἠγάπησας πολύ»…